Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Η Κατερίνα Γώγου μέσα από τα ποιήματά της

"Πάει. Αυτό ήταν. Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους βρώμικα τζάμια κι ανιστόρητους συμβιβασμούς. Άρχισα να γέρνω σαν εκείνη την ιτιούλα που σού 'χα δείξει στη στροφή του δρόμου. Και δεν είναι που θέλω να ζήσω. Είναι το γαμώτο που δεν έζησα. Κι ούτε που θα σε ξαναδώ" - Κατερίνα Γώγου....

Στις 3 Οκτωβρίου του 1993 η Κατερίνα Γώγου αυτοκτόνησε, σε ηλικία 53 ετών, αφού παρέδωσε τον εαυτό της σε χάπια και αλκοόλ. Είκοσι δύο χρόνια μετά, όμως, η φωνή της και τα ποιήματά της, οι θυμωμένοι της στίχοι και τα οργισμένα της λόγια, λειτουργούν ακόμα, σαν αφήγημα του σκληρού ρεαλισμού που βιώνουμε καθημερινά.

Δεν θα 'ταν λίγες οι φορές που περπάτησα την Πατησίων από την αρχή της ως το τέρμα της, ούτε εκείνες που μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες, έκατσα στην πλατεία των Εξαρχείων βλέποντας τον ήλιο να λέει "καλημέρα". Και όμως σε καμία από αυτές τις φορές δεν διέκρινα θέληση και προθυμία για αλλαγή.


Όπως τα περιγράφει η Γώγου, έτσι συνεχίζουν να είναι.

Η ζωή μας είναι σουγιάδες

Σε βρώμικά αδιέξοδα

Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…

Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.

Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε

την ίδια διαδρομή

Ξευτίλα - μοναξιά - απελπισία

Κι ανάποδα

Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε

Μονάχα όταν βρέχει

βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας

Και καπνίζουμε….

Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

(Από την ποιητική συλλογή Τρία Κλικ Αριστερά)

Τι έγραφε και τι αισθανόταν

"Αισθανόμουνα μια μουγκαμάρα. Επικοινωνία από πουθενά, από τίποτα. Είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω. Κι όταν άρχισα να γράφω, νόμισα ότι θα σπάσει το στιλό. Τόσο πάθος είχα γι' αυτά που ήθελα να πω. Δεν ξέρω πώς γράφουν οι άλλοι. Εγώ ζούσα και έγραφα", είχε πει η Γώγου σε συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία.

Και τι δεν έγραφε με το στιλό της η Κατερίνα Γώγου; O "Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων", όπως την είχε αποκαλέσει ο Τηλέμαχος Χυτήρης, ή το "παγιδευμένο αγρίμι" όπως την είχε χαρακτηρίσει ο σκηνοθέτης Ν. Κούνδουρος, σε συνέντευξή του στη Σεμίνα Δηγενή. Έγραφε για όλα, δίχως να διστάζει. Υπήρχε όμως κάτι που φοβόταν.

Τι φοβόταν

"Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ

είναι μη γίνω 'ποιητής'

Μην κλειστώ στο δωμάτιο

ν' αγναντεύω τη θάλασσα

κι απολησμονήσω.

Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου

κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ

μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.

Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε

για να με χρησιμοποιήσει.

Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα

για να κοιμίζω τους δικούς μου.

Μη μάθω μέτρο και τεχνική

και κλειστώ μέσα σε αυτά

για να με τραγουδήσουν.

Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά

τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος

μη με πιάσουν στην κούραση

παπάδες και ακαδημαϊκοί

και πουστέψω

Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί

και την καθημερινότητα που συνηθίζεις

σκυλιά μας έχουν κάνει

να ντρεπόμαστε για την αργία

περήφανοι για την ανεργία

Έτσι είναι.

Μας περιμένουν στη γωνία

καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.

Ο Μάρξ...

τον φοβάμαι

το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν

αυτοί οι αλήτες φταίνε

δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό

μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...

(Από την ποιητική συλλογή Ιδιώνυμο)

Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης: "Η Κατερίνα  ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι΄αυτό σπάνια θα δείτε να αναφέρονται σε αυτήν στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης".

[H ηθοποιός και ποιήτρια Κατερίνα Γώγου φωτογραφίζεται από τον Διονύση Πετρουτσόπουλο στην οδό Πατησίων το 1978]

Τι δεν πούλησε ποτέ η Κατερίνα

"Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα... Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά", είχε πει το 1896, όταν είχε πλέον αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση.

Το παράπονό της

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της πριν πάρει την απόφαση και "πάει για εκεί", είχε απομονωθεί. Δίπλα της είχε τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, και κοντά της τον Νικόλα Άσημο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

"Έχω ένα παράπονο... Άκου το. Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ". 1991. Δύο χρόνια αργότερα έφυγε και η ίδια.

Τι ήτανε η Γώγου

"Δέντρο ήμουνα κι έσπασα.

Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά

γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά

να παίξουνε τους κρεμασμένους.

Μπορεί δίκαια...

Προκάλεσα με πάθος τη ζωή.

Ασέβησα δυο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.

άσκησα την όραση για μακριά

κι έχασα τα κοντινά μου".

(Από την ποιητική συλλογή Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών)

Είχε μια κόρη την Μυρτώ

Η κόρη της Κατερίνας Γώγου και του Παύλου Τάσιου, βρέθηκε νεκρή, στην Αθήνα, στις 19 Σεπεμβρίου 2015.

Αχ Παναγία Μυρτώ μου, κανείς δε σ' έχει αγαπήσει πιο πολύ, όπως μια Κατερίνα το παιδί

"Πάμε όμορφή μου εκεί που χαράζει στις κορφές

Πάμε όμορφή μου εκεί που χαράζει στις κορφές

αχνό γαλάζιο, ροζ

αχνό γαλάζιο, ροζ

Πάμε εκεί που κορίτσια γυμνά σ' άγρια άλογα καλπάζοντας

τα μαλλιά τους ανεμίζουν

τα μαλλιά τους ανεμίζουν

κι απάνω τους σκαλώνουνε άνθια ροδακινιάς

κι απάνω τους σκαλώνουνε άνθια ροδακινιάς

και κόκκινα αστέρια

και κόκκινα αστέρια

και κόκκινα αστέρια

Αχ Παναγία Μυρτώ μου

Αχ Παναγία Μυρτώ μου

κανείς δε σ' έχει αγαπήσει πιο πολύ

κανείς δε σ' έχει αγαπήσει πιο πολύ

όπως μια Κατερίνα το παιδί

όπως μια Κατερίνα το παιδί

Ακούω μόνο τη βροχή

ακούω μόνο τη σιωπή

σε μια καμένη γη

σε μια καμένη γη

σε μια καμένη γη"

(Μελοποιημένο ποίημα της Κατερίνας Γώγου από τη συλλογή Με λένε Οδύσσεια)

Μπορεί, όντως, να έφυγε για "το γαμώτο που δεν έζησε". Κι όμως, η Κατερίνα ζει ακόμα, μέσα στα δικά μας "γαμώτο", στα "γαμώτο" τούτου του κόσμου.


Μέχρι να 'ρθει καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα


Θα 'ρθεί καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ' η ελπίδα
άκου θα 'ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ' όλα αυτά Μαρία.

Δημοσίευση σχολίου