Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Πώς μια φωτογραφία οδήγησε στο θάνατο τον Τσε Γκεβάρα

Μια φωτογραφία του Ρεζίς Ντεμπρέ ξεσήκωσε τη διεθνή κοινότητα αλλά οδήγησε στο θάνατο τον Τσε...

"Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Είναι όπλο της επανάστασης". Αυτή η φράση ανήκει στον Ερνέστο Τσε Γκεβαρα, ο οποίος σαν σήμερα (9/10) πριν από πενήντα χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή. Και δεν είναι μόνο αυτή αλλά και πολλές άλλες «κουβέντες του» που έγιναν διάσημες ενώ μέσα στις δεκαετίες το νόημα των πραγμάτων για τα οποία έδωσε τη ζωή του ξεθώριαζαν.

Η προσωπικότητα, η θρυλική του παρουσία, η φωτογραφία του ως νεκρού, η γοητεία του, το πρόσωπό του σε μπλούζες εφήβων και έργα του Άντι Γουόρχολ, η σύνδεσή του με τη λέξη «Επανάσταση» κάνουν τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα λαϊκό είδωλο, συνώνυμο της αντίστασης στον αντιαμερικανισμό και την κάθε μορφής καταπίεση.

Γιατρός, επαναστάτης και εμπνευστής πολλών κινημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο, από το 1956 μέχρι το 1959 ηγήθηκε της επανάστασης στην Κούβα μαζί με τον μετέπειτα πρόεδρο της χώρας Φιντέλ Κάστρο. Έγινε μέλος της κυβέρνησης αλλά αργότερα εγκατέλειψε τα πολιτικά αξιώματα για να οργανώσει τα απελευθερωτικά κινήματα στο Κονγκό και στην Βολιβία. Στη Βολιβία συνελήφθη από τον κυβερνητικό στρατό, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε.

Παρότι έχουν περάσει 50 χρόνια κι έχει χυθεί πολλή μελάνη για τον θάνατο του Τσε, ακόμη υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα όπως « ποιος κατέδωσε τον Τσε Γκεβάρα στις αρχές; Ποιος διέταξε την εκτέλεσή του; Τι ρόλο έπαιξε η Σοβιετική Ένωση; Ποιος υπήρξε ο ρόλος του ίδιου του Φιντέλ Κάστρο και της Κούβας; Και όλα αυτά δεν πρόκειται να απαντηθούν ποτέ εάν δεν ανοίξουν όλα τα αρχεία.

Οι τελευταίες ώρες της ζωής του Τσε

Ακόμα και σήμερα, η αφήγηση των τελευταίων ωρών της ζωής του Τσε ενδιαφέρει ακόμα και αυτούς που έχουν «ξεχάσει» για ποια ζητήματα αγωνιζόταν. Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και υπογράφεται από τρεις δημοσιογράφους στην πρώτη γραμμή των γεγονότων που οδήγησαν πριν από 50 χρόνια στην εκτέλεση του Τσε Γκεβαρα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Οι τρεις δημοσιογράφοι που υπογράφουν το βιβλίο αφηγούνται τις τελευταίες ημέρες του όταν διοικούσε το αντάρτικο στη Βολιβία, την αιχμαλωσία και τελικά την εκτέλεσή του από το χέρι του λοχία Μάριο Τεράν στο σχολείο της πόλης Λα Ιγέρα.

Οι Χουάν Κάρλος Σαλασάρ, Ουμπέρο Βακαφλόρ και Χοσέ Λουίς Αλκάσαρ, μόλις στα 20 χρόνια τους είχαν μεταβεί το 1966 ως απεσταλμένοι για να καλύψουν τα συνταρακτικά γεγονότα εκείνης της επιχείρησης. Η  απομακρυσμένη εκείνη περιοχή είχε γίνει το κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, ιδίως της δημοσιογραφικής κάλυψης, παρά τις μεγάλες δυσκολίες στο έργο των απεσταλμένων, οι οποίοι έπρεπε να παρακάμψουν τη στρατιωτική και την κυβερνητική λογοκρισία, τις απελάσεις και τη διαρκή παρακολούθησή τους από πράκτορες, ιδίως γυναίκες που παρίσταναν τις δασκάλες ή τις νοσοκόμες.

Ο Αλκάσαρ, ιδίως, που εργαζόταν για το πρακτορείο Fides, την εφημερίδα Presencia και το Ιnter Press Service, ήταν εκείνος που μετέδωσε παγκοσμίως τη νύκτα της 8ης Οκτωβρίου 1967 την είδηση για την αιχμαλωσία του Τσε Γκεβάρα. Ο ανταποκριτής μόλις είχε φθάσει στην απόμακρη εκείνη περιοχή με στόχο να εισέλθει στο θέατρο των συγκρούσεων και να πάρει τη συνέντευξη «της ζωής του», όπως κατέθεσε κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Ωστόσο εκεί ενημερώθηκε για την ενέδρα των κυβερνητικών δυνάμεων που κατέληξε στη σύλληψη του διάσημου επαναστάτη, είδηση που έκανε τον γύρο του κόσμου χάρη σ’ έναν ντόπιο τηλεγραφητή που έστειλε την ανταπόκρισή του.

Την επομένη, ο Αλκασάρ μπόρεσε από κοντά να αγγίξει το χέρι του νεκρού Τσε, όταν εκείνος έφθασε πάνω σ’ ένα φορείο προσαρμοσμένο στο σύστημα προσγείωσης του ελικοπτέρου που τον μετέφερε στο Βαγιεγκράνδε. «Το έπιασα κι ένοιωσα ένα ρίγος, ένα σφίξιμο στο στήθος», γράφει στο βιβλίο του, ανακαλώντας την εμπειρία του αυτή.

Από την πλευρά του, ο Βακαφλόρ είχε απελαθεί δύο φορές από τη στρατιωτική περιοχή. Τη δεύτερη φορά μάλιστα εκκρεμούσε σε βάρος του η απειλή να περάσει δίκη για συμμετοχή στην (παγκόσμια) εκστρατεία για την απελευθέρωση του Γάλλου διανοητή Ρεζίς Ντεμπρέ που είχε συμμετάσχει στο αντάρτικο κι είχε συλληφθεί από τον στρατό. Σε ένα από τα πάμπολλα ανέκδοτα που περιέχονται στο βιβλίο, ο πρωταγωνιστής του διηγείται το επεισόδιο που έσωσε τη ζωή του Ντεμπρέ, όταν ήδη είχαν διαδοθεί οι φήμες πως αυτός κι άλλοι δύο ξένοι υπήκοοι ήσαν νεκροί.

Όπως αφηγείται ο Βακαφλόρ, ο συνάδελφός του στην Presencia, Ούγο Ντελγαδίγιο, ήταν επίσης οδοντίατρος και είχε μαζί του έναν τροχό για να πραγματοποιεί επεμβάσεις στους φτωχούς χωρικούς της κοινότητας Μουγιουπάμπα. Στη διάρκεια μίας τέτοιας επέμβασης παρατήρησε και άμεσα φωτογράφησε τη μεταφορά τριών ξένων αιχμαλώτων που φρουρούνταν και συνοδεύονταν από στρατιώτες. Οι φωτογραφίες που πήρε ο Ντελγαδίγιο, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου, από διάφορους τόπους και μέσα—μέχρι που θεωρήθηκαν και χαμένες—έως ότου φθάσουν στη Λα Πας.

Μάλιστα, τα καρούλια με τα φιλμ μεταφέρθηκαν στην Presencia με στρατιωτικό φορτηγό, του οποίου ο οδηγός δεν γνώριζε πως εκείνες οι φωτογραφίες έμελλαν να σώσουν τη ζωή του Ντεμπρέ, καθώς η δημοσίευσή τους προκάλεσε παγκόσμιο σάλο και αλληλεγγύη.

«Η φωτογραφία, ναι μεν έσωσε τη ζωή του Ντεμπρέ αλλά καταδίκασε επίσης σε θάνατο τον Τσε», σχολιάζει από την πλευρά του ο Σαλασάρ, αποσαφηνίζοντας πως ένεκα του γεγονότος τούτου «ο στρατός από το σημείο εκείνο αποφάσισε να αλλάξει στρατηγική και να μην κρατά (ζωντανούς) αιχμαλώτους».

Οι τρεις ανταποκριτές υπογραμμίζουν στο βιβλίο τους πόσο δύσκολο ήταν εκείνες τις εποχές να στείλει κανείς απεσταλμένους στις περιοχές των συγκρούσεων. Ιδίως για το πρακτορείο Fides, του οποίου ο διευθυντής Χοσέ Γκαραμούντ, το κατόρθωσε κλείνοντας συμφωνίες με τα αντίστοιχα πρακτορεία EFE της Ισπανίας και το γερμανικό DPA. Μάλιστα ο Σαλασάρ διηγείται πως τα ευρωπαϊκά πρακτορεία στήριξαν το καθένα με 500 δολάρια τη μετάβασή του, η οποία προβλεπόταν να διαρκέσει μόλις δύο ημέρες, αλλά τελικά κατέληξε να γίνει ένας ολάκερος χρόνος.

Ο Σαλασάρ έγραφε τις ανταποκρίσεις απ’ ευθείας για το Fides και το DPA, ενώ ο Γκαραμούντ τις αναμετέδιδε στο EFE. H κάλυψη των γεγονότων υπήρξε «εμβληματική» και «απογείωσε» τη σταδιοδρομία των τριών ανταποκριτών, οι οποίοι κατόπιν εργάσθηκαν και σε μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού, καθώς λόγω της δικτατορίας αναγκάσθηκαν να φύγουν από τη Βολιβία.





thetoc
Δημοσίευση σχολίου